Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
30 / 12 / 2021

Βλέπω το The 100, όπως είχα ξαναγράψει, και ακόμα δεν το έχω τελειώσει, γιατί δεν είμαι και τόσο φανατικός των τηλεοπτικών σειρών (εκτός και να τύχει νάχω πραγματικά κολλήσει με κάποια), κι επιπλέον είναι αρκετά μεγάλη σειρά. Έχει εφτά σεζόν. Τώρα είμαι προς το τέλος της έβδομης, και, εδώ και κάμποσα επεισόδια, έχουν παρουσιαστεί κάτι πολεμιστές που φοράνε στολές οι οποίες τους κάνουν αόρατους.

Η σειρά προσπαθεί να δημιουργήσει μια αρκετά πιστευτή πλοκή με αυτές τις στολές αορατότητας, αλλά, και πάλι, πρέπει κάπου να μην το καλοσκεφτείς το πράγμα για να το δεχτείς όπως είναι. Σε αρκετές μάχες, οι πολεμιστές αυτοί – ή όποιος τυχαίνει να φορά τέτοιες στολές – απενεργοποιούν την αορατότητα για όχι και τόσο καλούς λόγους πέρα από το για να φανούν στην οθόνη ή για να μην καταστραφεί η πλοκή, ενώ πάλι σε άλλες στιγμές χρησιμοποιούν την αορατότητα στο μέγιστο και είναι τρομερά θανατηφόροι.

Η αορατότητα πάντα έλεγα ότι είναι ένα πολύ βασικό πρόβλημα σε πολλές ιστορίες φαντασίας. Γι’αυτό κιόλας είμαι πολύ επιφυλακτικός με τους αόρατους πολεμιστές. Σκέψου μόνο πόσο θανατηφόρος μπορεί να είναι ένας αόρατος πολεμιστής. Δώσε του ένα πιστόλι και μπορεί να σκοτώσει, θεωρητικά, έναν ολόκληρο στρατό. Ποιος θα τον δει για να τον ξεπαστρέψει; Μόνο τυχαία ίσως να τον σκοτώσει κάποιος.

Οι αόρατοι πολεμιστές είναι πανίσχυροι. Τελεία και παύλα. Όταν κάποιος έρχεται να σε σκοτώσει ενώ εσύ δεν μπορείς να τον δεις, οι πιθανότητες να επιβιώσεις είναι ελάχιστες – σχεδόν μηδενικές. Και το να δείχνεις κάτι διαφορετικό μέσα σε μια ιστορία είναι απλά αστείο. Όπως επίσης και το να βάζεις τους αόρατους να μη χρησιμοποιούν την αορατότητά τους στον μέγιστο βαθμό. Γιατί να μη χρησιμοποιήσεις στον μέγιστο βαθμό κάτι τέτοιο για να εξοντώσεις τους εχθρούς σου; Τι λόγος μπορεί να υπάρχει;

Αν κάποιος βάζει αόρατους μαχητές μέσα σε μια ιστορία, πρέπει να είναι πολύ προσεχτικός μ’αυτό. Τέτοιοι άνθρωποι, αν υπήρχαν, θα ήταν ανίκητοι, εκτός αν οι αντίπαλοί τους είχαν κάποιον τρόπο να εντοπίζουν αόρατους και, άρα, να αδρανοποιούν την αορατότητά τους.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι, επίσης, βασικό: Δεν μπορεί να υπάρξει στρατός που αποτελείται εξολοκλήρου από αόρατους μαχητές. Εκτός αν έχουν τη δυνατότητα να βλέπουν ο ένας τον άλλο, προφανώς θα κουτουλούσαν αναμεταξύ τους μέσα στο στράτευμα. Αυτό συμβαίνει πολλές φορές και σε στρατιώτες που βλέπουν ο ένας τον άλλο, σε έκρυθμες καταστάσεις· πόσω μάλλον σε στρατιώτες που δεν βλέπουν ο ένας τον άλλο!

Παρ’όλ’ αυτά, δεν μπορώ να πω ότι δεν μ’αρέσει η όλη κατάσταση που παρουσιάζει το The 100 προς το τέλος του. Έχει ενδιαφέρον, σίγουρα. Αλλά, ξέρεις, πάντα οι αόρατοι πολεμιστές μού φαίνονται κάπως...

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]